Οι ηρωίδες της Επανάστασης του 1821

 


 

Η Επανάσταση του  Εικοσιένα είναι μία κατ’ εξοχήν ηρωική εποχή, κατά την οποία οι «ραγιάδες» Έλληνες ξεσηκώνονται κατά του μακραίωνου οθω­μανικού ζυγού, αγωνίζονται σ’ έναν επτάχρονο πό­λεμο με άνισες δυνάμεις, από τον οποίο στο τέλος βγαίνουν νικητές με τις πολλές, βεβαίως, και γνω­στές απώλειες, υλικές και ηθικές. Η εποχή αυτή, μια εποχή ρήξης με το παρελθόν, καθώς και η όλη προεπαναστατική προετοιμασία με τους αγώνες των κλεφτών και των αρματολών, σφυρηλάτησε εκείνες τις γενιές για τις οποίες το ιδεώδες ήταν ο ήρωας που αντιστεκόταν στην καταπίεση και την αδικία σε βάρος του λαού. 

Μολονότι οι αγώνες αυτοί έχουν συνήθως ταυτι­στεί με την αξιοσύνη και τη γενναιότητα των ανδρών της εποχής, δεν έμειναν αμέτοχες και οι γυ­ναίκες – μάνες, κόρες, σύντροφοι – οι οποίες συχνά παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Άλλωστε μια ηρω­ική εποχή δεν γεννά μόνο γενναίους άνδρες, αλ­λά και γενναίες γυναίκες, οι οποίες ανατρέφονται από τους ίδιους γονείς και γαλουχούνται μέσα στις ίδιες συνθήκες.

Εκτός λοιπόν από τις γυναίκες που μένουν πίσω και περιμένουν καρτερικά το γυ­ρισμό των ανδρών, τους οποίους εμψυχώνουν και ενθαρρύνουν, είναι κι εκείνες που αγωνίζονται δί­πλα τους, ισότιμα, αξίζοντας το ίδιο μερίδιο αν­δρείας.

Είναι οι γυναίκες που αποφασίζουν να παί­ξουν ενεργητικό ρόλο, να βγουν κι αυτές στα βουνά για να πολεμήσουν τον εχθρό.

Τόσο λοιπόν στα προεπαναστατικά χρόνια όσο και στη διάρκεια του Εικοσιένα πολλές ήταν οι γυναίκες που με θάρρος και αυταπάρνηση αγωνίστηκαν και θυσίασαν ακόμη και τη ζωή τους για την πατρίδα, δίνοντας μαθήματα φιλοπατρίας και αγωνιστικότητας και τιμώντας το φύλο τους. Για όλες αυτές τις γυναίκες δεν μπορεί βεβαίως να γίνει ξεχωριστή μνεία, αλλά θα αναφερθούν ενδεικτικά ορισμένες, προκειμένου να αποδοθεί το μέγεθος της συμβολής τους στον αγώνα για την ανεξαρτησία.

Σουλιώτισσες, ελαιογραφία του Γεώργιου Μηνιάτη (1823-1895), β’ ήμισυ του 19ου αι. Οι θαρραλέες γυναίκες, που πρωταγωνίστησαν στους αγώνες των Σουλιωτών, απεικονίζονται να βαστούν ντουφέκια και να μάχονται. 

Παροιμιώδης είναι η συμπεριφορά των Σουλιωτισσών  οι οποίες είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των ανδρών συμπατριωτών τους. Μεγαλωμένες στο άγριο και άγονο περιβάλλον των χωριών του Σουλίου, μαθημένες στη σκληρή και κακοτράχαλη ζωή, λιτοδίαιτες, εξοικειωμένες με τον κίνδυνο, πολεμούν αρματωμένες τους Αλβανούς στρατιώτες του Αλή πασά και δεν διστάζουν, όταν χρειαστεί, να θυσιαστούν για την πατρίδα.

Οι Σουλιώτισσες διακρίνονται για τη φιλοπατρία τους και αγωνίζονται μέχρις εσχάτων αψηφώντας το θάνατο και δημιουργώντας διαχρονικά πρότυπα ηρωισμού και λεβεντιάς.

Ο «Χορός του Ζαλόγγου» (παραμονές Χριστουγέννων του 1803) αποτελεί αιώνιο σύμβολο για τη γυναίκα που προτιμά το θάνατο από την ατίμωση και τη δυστυχία. Τη γυναίκα – ηρωίδα, που «της Ελευθερίας ο έρως» τη σπρώχνει να θυσιάσει τον εαυτό της και τα παιδιά της, να αποχαιρετήσει παντοτινά και με τόσο τραγικό τρόπο τη «γλυκιά ζωή» και τη «δύστυχη πατρίδα»: «Στη στεργιά δεν ζει το ψάρι / ούτ’ ανθός στην αμμουδιά / κ’ οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε μέσ’ τη μαύρη τη σκλαβιά». Μια θυσία που έχει εμπνεύσει τόσο τη λογοτεχνία όσο και τις εικαστικές τέχνες.

Ary Scheffer, Les femmes souliotes (Οι Σουλιώτισσες), 1827. Μουσείο του Λούβρου.
Ary Scheffer, Les femmes souliotes (Οι Σουλιώτισσες), 1827. Μουσείο του Λούβρου.

 

Στη διάρκεια της Επανάστασης οι γυναίκες – ανώνυμες και επώνυμες – ως άμαχος πληθυσμός γίνονται θύματα της θηριωδίας του κατακτητή και υφίστανται την εκδικητική μανία του. Ύστερα από κάθε καταστροφή ακολουθούν φοβερές λεηλασίες και αιχμαλωσίες.

Οι σφαγές της Χίου το 1822 εμπνέουν το Γάλλο ζωγράφο Ντελακρουά, που στο γνωστό του πίνακα, που σήμερα φυλάσσεται στο Λούβρο, αποτυπώνει όλη τη φρίκη αυτής της τραγωδίας. Από τους 100.000 κατοίκους στο νησί έμειναν λιγότεροι από 2.000.  «Χιλιάδες γυναίκες, κορίτσια και αγόρια πουλιόνταν κάθε μέρα στο παζάρι. Πολλά απ’ αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα αυτοκτόνησαν κατά τη μεταφορά. Βλέπεις γυναίκες να μη δέχονται τροφή μ’ όλο που μαστιγώνονται, για να πεθάνουν από την πείνα», ανέφερε προς τη Levant Company ο Άγγλος πρόξενος στη Σμύρνη Φράνσις Ουέρι (Francis Werry). Η ανηλεής αυτή καταστροφή, ένα από τα κορυφαία γεγονότα της Επανάστασης, σύντομα έγινε γνωστή στο εξωτερικό και εμψύχωσε το φιλελληνικό κίνημα που δημιουργήθηκε σε Ευρώπη και Αμερική. 

 

Η ίδια τύχη ανέμενε τα γυναικόπαιδα της Μακεδονίας, της Κρήτης, των Κυδωνιών, της Κάσου, των Ψαρών. Ανάμεσα στις Ψαριανές που κατάφεραν να σωθούν από το κύμα της τουρκικής θηριωδίας και μανίας ήταν η Δέσποινα Μανιάτη – Κανάρη, η αγαπημένη σύζυγος του πυρπολητή Κωνσταντή Κανάρη. Καθώς γνώριζε πολύ καλό κολύμπι, έπεσε στη θάλασσα μαζί με τα παιδιά της, ώσπου επιβιβάστηκε σε πλοίο και κατέφυγε με την οικογένειά της στην Αίγινα.

Η Δέσποινα Κανάρη, πολύτιμη σύντροφος και συμπαραστάτης του γενναίου άντρα της, ήταν από τις ευγενικές γυναικείες φυσιογνωμίες του Εικοσιένα, που η παρουσία της πάντοτε είλκυε την προσοχή και το θαυμασμό των ξένων περιηγητών που επισκέπτονταν τότε την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Πέκιο, που την πρωτοσυνάντησε στο σπίτι τους στην Αίγινα, σημειώνει τις πρώτες του εντυπώσεις: «Ενώ μιλούσαμε με τον Κανάρη, η σύζυγός του, με μητρική στοργή, θήλαζε ένα μωρό τριών μηνών, ονομαζόμενο Λυκούργο. Η μητέρα είναι Ψαριανή, με ωραίο σώμα, σοβαρή, με πρόσωπο γεμάτο μετριοφροσύνη – σωστή Αθηνά».

Αξιοθαύμαστο θάρρος έδειξαν και οι Μεσολογγίτισσες «ελεύθερες πολιορκημένες», οι οποίες σε όλη τη διάρκεια της μακράς πολιορκίας του προπύργιου της δυτικής Ελλάδας βοήθησαν με κάθε τρόπο στην άμυνα: μεταφορά υλικών για τα οχυρωματικά έργα, περίθαλψη των ασθενών και τραυματιών. Όταν αποφασίζεται η ηρωική έξοδος (10 Απριλίου 1826) μετά το φοβερό λιμό, ακολουθούν πολλές γυναίκες με αντρική ενδυμασία, κρατώντας από το ένα χέρι το σπαθί και από το άλλο το μωρό τους, ενώ οι άοπλες μπήκαν στη μέση της φάλαγγας μαζί με τα παιδιά τους. Αυτές οι γυναίκες είχαν την ίδια φρικτή τύχη όπως και οι άνδρες της Εξόδου κατά τη γνωστή φοβερή σύγχυση που επικράτησε, και όσες κατάφεραν να γυρίσουν στην πόλη αυτοκτόνησαν, σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν.

 

Ανάμεσα στις επώνυμες γυναικείες παρουσίες του Αγώνα, που το όνομά τους γρήγορα έγινε γνωστό στο εξωτερικό, είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα (1776-1825) και η Μαντώ Μαυρογένους (1796/7-1840).

Πολλά έχουν γραφτεί για τη Σπετσιώτισσα Κυρά, την Καπετάνισσα του Εικοσιένα, γι’ αυτή την αγέρωχη και αντικομφορμίστρια γυναίκα, που χάρη στις ικανότητάς της κατάφερε να επιβληθεί ανάμεσα στους άνδρες της εποχής της, να συμμετάσχει σε πολεμικά συμβούλια και να έχει ισότιμη γνώμη. Η Καπετάνισσα Μπουμπουλίνα ξέφευγε από τα γυναικεία πρότυπα της εποχής της: μεγαλωμένη στη θάλασσα, από νωρίς εκδήλωσε την αγάπη της για τα πλοία και τα ταξίδια. Η μυθιστορηματική ζωή της από τη γέννησή της ακόμη ήταν γεμάτη περιπέτειες που σφυρηλάτησαν το χαρακτήρα της, ένα χαρακτήρα ανεξάρτητο, δυναμικό, αγωνιστικό. Καπετάνισσα λοιπόν όχι μόνο στα πλοία, αλλά και στην ίδια της τη ζωή. Γεννήθηκε ορφανή από πατέρα, έμεινε δύο φορές χήρα και με μεγάλη περιουσία την οποία διαχειρίστηκε με πολλή ευστροφία και κατάφερε να την αυξήσει, γεύτηκε συχνά το φθόνο των συμπατριωτών της και γι’ αυτό αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες, τις οποίες πάντα ξεπερνούσε.

Σύμφωνα με ανεπιβεβαίωτες προφορικές μαρτυρίες, το 1819 στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης, από τους πρώτους συμμετείχε ενεργά προσφέροντας χρήματα και πολεμοφόδια και διαθέτοντας τα πλοία της στην υπηρεσία του Αγώνα. Η μεγαλύτερη απώλεια ήταν ο θάνατος του πρωτότοκου γιου της (από τον πρώτο της γάμο) Γιάννου Γιάννουζα στα τέλη Απριλίου του 1821 σε μία συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από το Άργος. Η Μπουμπουλίνα έλαβε μέρος με το πλοίο της «Αγαμέμνων» στην πολιορκία του Ναυπλίου και μετά την απελευθέρωσή του εγκαταστάθηκε εκεί σε οίκημα που της παραχώρησε η επαναστατική κυβέρνηση. Το Σεπτέμβριο του 1821 βρέθηκε στο στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη και μπήκε από τους πρώτους στην πόλη. Η εκεί συμπεριφορά της προξένησε σχόλια για αρπαγή κοσμημάτων από τις γυναίκες του χαρεμιού με υπόσχεση την ασφάλεια της ζωής τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η «υπεράσπιση» ή η «καταδίκη» των βιογραφούμενων προσώπων δεν είναι έργο του ιστορικού, όπως επίσης θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι η ιστορική βιογραφία δεν είναι βίοι αγίων. Δεν θα πρέπει όμως να λησμονούμε ότι οι λείες ήταν σύνηθες φαινόμενο της εποχής, καθώς επίσης ότι η Μπουμπουλίνα διέθεσε αυθόρμητα την τεράστια περιουσία της για την Επανάσταση.

Ο πρωταγωνιστικός της ρόλος δεν την άφησε αμέτοχη στις εμφύλιες διαμάχες, κατά τις οποίες υποστήριξε τους στρατιωτικούς και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, με τον οποίο είχε συγγενέψει μετά το γάμο της κόρης της Ελένης Μπούμπουλη με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Το επιβλητικό παρουσιαστικό της και η συμπεριφορά της αποτέλεσαν πρότυπο για τις σύγχρονες Ευρωπαίες, το δε ντύσιμό της είχε γίνει μόδα (μόδα «a la Bobeline»).

Η Μαντώ Μαυρογένους  ως γυναίκα ήταν το αντίθετο της Μπουμπουλίνας: εύθραυστη ομορφιά, λεπτή και λυγερή κορμοστασιά, μεγαλωμένη στην Τεργέστη με ευρωπαϊκή ανατροφή και παιδεία. Στις παραμονές του Αγώνα βρισκόταν στην Τήνο με το θείο της Φιλικό κληρικό παπα-Μαύρο, από τον οποίο μυήθηκε στον Αγώνα και μαζί του πήγε στη Μύκονο αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης. Εκεί η νεαρή Μαντώ διέθεσε όλη την πατρική περιουσία στον απελευθερωτικό αγώνα, ενώ έλαβε και η ίδια μέρος σε πολλές επιχειρήσεις. Η φήμη της γρήγορα ξεπέρασε τα σύνορα του ελληνικού χώρου και από τη θέση αυτή η νεαρή Ελληνίδα απηύθυνε έκκληση βοήθειας στους Ευρωπαίους φιλέλληνες και κυρίως στις Αγγλίδες και Γαλλίδες. Η αφειδώλευτη και ανιδιοτελής προσφορά της για την ανεξαρτησία δεν είχε τη δέουσα απήχηση στους συγχρόνους της. Ο έρωτάς της με τον Δημήτριο Υψηλάντη προκάλεσε προφανώς το φθόνο οπαδών του νεαρού πρίγκιπα, και είχε αποτέλεσμα τη δόλια απομάκρυνσή της στη Μύκονο και τη συκοφάντησή της στον ίδιο. Η περιπέτεια αυτή πίκρανε αφάνταστα τη Μαντώ, η οποία έκτοτε έζησε στις Κυκλάδες, ζητώντας μάταια οικονομική ενίσχυση από το κράτος. Πέθανε πάμφτωχη, λησμονημένη και πικραμένη. Σε αντίθεση με τη δίκαιη όσο ζούσε πίκρα της, μετά το θάνατό της δικαιώθηκε και η προσφορά της στον Αγώνα τής προσδίδει περίοπτη θέση ανάμεσα στις ηρωίδες της Επανάστασης

 

Βασιλική Τζαβέλα, γυναίκα του Κίτσου Τζαβέλα. Έζησε την πολιορκία του Μεσολογγίου και πήρε μέρος στις μάχες. Άοπλη βγήκε μαζί με τους άλλους και πολέμησε με νύχια και δόντια, με το πρωτότοκο παιδί της, το Δημητρό στον ώμο και έγκυος. Μέσα στην μάχη της έπεσε το παιδί νήπιο δέκα μηνών και το πιασαν οι Τούρκοι αιχμάλωτο, για να το ανταλλάξουν αργότερα έναντι σαράντα Τούρκων. Μετά την έξοδο η Βασιλική παντρεύτηκε τον Κίτσο στο Ναύπλιο. Τον ακολούθησε πιστά σε όλες τις μάχες και τις περιπέτειες του βίου του. Μετά τον θάνατο του συζύγου της η Βασιλική εγκαταστάθηκε σε μια χωριάτικη καλύβα στην Κηφισιά. Έζησε βίο εγκρατή, διαθέτοντας αφειδώς το υστέρημά της για την βοήθεια των φτωχών και των πεινασμένων. Ήταν μια από τις τελευταίες εκπροσώπους της μεγάλης εκείνης γενιάς των ηρωικών γυναικών της επανάστασης του 1821. Απεβίωσε στην Κηφισιά στις αρχές Απριλίου 1882.

 

Ζαμπέτα Κολοκοτρώνη, πρωτοκαπετάνισσα και μάνα του Θόδωρου, παίρνει μέρος σε μάχες, εμψυχώνει άνδρες και γυναίκες και παρακινεί τα παιδιά της στον Αγώνα. Πολέμησε και στη Μάνη, στους πύργους της Καστάνιτσας. Υπήρξε σπουδαία σύζυγος και μητέρα, ο Θόδωρος της είχε απεριόριστο σεβασμό.
Κορυφαία μορφή, κόρη οπλαρχηγού, γυναίκα ήρωα και μάνα ηρώων! Μα και η ίδια ήταν προσωπικά ηρωίδα, αφού πολέμησε και ανδραγάθησε στους πύργους της Καστάνιτσας, όπου και σκοτώθηκε ο άνδρας της ο Κωνσταντίνος Κολοκοτρώνης. Γέννησε κι ανάστησε τον γέρο του Μωριά, καθώς υφίστατο την αγωνία και την μανία σκληρών καταδιώξεων. Το 1770 «3 Απριλίου, ημέρα της Λαμπρής, στο βουνό, εις ένα δένδρο αποκάτω», σημειώνει ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, στη Διήγηση συμβάντων της Ελληνικής φυλής.

 

Οι γυναίκες του Εικοσιένα με το απαράμιλλο θάρρος τους, την αξιοθαύμαστη γενναιότητα, τις περιπέτειες και τις θυσίες τους, ανήκουν στη χορεία των γυναικών που αποτελούν αξεπέραστα σύμβολα δυναμισμού και πατριωτισμού. Η ίδια τους η ζωή και οι ασυνήθιστες – για τον ομαλό βίο – εμπειρίες που βίωσαν τούς προσδίδουν το φωτοστέφανο της ηρωίδας. Οι ηρωίδες της Ελληνικής Επανάστασης αποτέλεσαν σημείο αναφοράς και ενέπνευσαν τις Ελληνίδες σε μεταγενέστερες εθνικά κρίσιμες περιόδους, όπως η Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση.

 

 

 

%d bloggers like this: