28η Οκτωβρίου 1940: Γιατί γιορτάζουμε την αρχή και όχι το τέλος του πολέμου;

Ο πιο αιματηρός πόλεμος στην ιστορία της ανθρωπότητας, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, από τις 28 Οκτωβρίου 1940 περιλαμβάνει στα «μαύρα κατάστιχά» του και την Ελλάδα.

Η είσοδος της χώρας μας στον πόλεμο σηματοδοτείται με τη συνάντηση Γκράτσι-Μεταξά και την απαίτηση για παράδοση της Ελλάδας, με το «Όχι» στην πραγματικότητα να είναι η φράση “Alors, c’est la guerre”.

Γιατί, όμως, ο χρόνος σταματά εκεί;

Γιατί η ιστορική μνήμη, όπως αυτή διαδίδεται, δεν φτάνει παρά σπάνια μέχρι το 1944 και την Απελευθέρωση της Ελλάδας από τη γερμανική μπότα;

 

Το ελληνικό κράτος γιόρτασε την 28η Οκτωβρίου επίσημα για πρώτη φορά το 1944, με παρέλαση ενώπιον του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου. Από τότε καθιερώθηκε ως επέτειος του «ΟΧΙ», με την χώρα μας να γιορτάζει την είσοδο της στον πόλεμο και όχι το τέλος του. Αν και ιστορικά, απ’ ότι φαίνεται, η συγκεκριμένη ημερομηνία επικράτησε λόγω της νίκης επί των Ιταλών, το λεγόμενο «Έπος του Σαράντα», τη μεγάλη νίκη των Ελλήνων ενάντια στον φασισμό.

 

Στην Αθήνα στις 28 Οκτωβρίου 1941 ομάδες φοιτητών πορεύτηκαν στους δρόμους της κατεχόμενης πρωτεύουσας και κατέθεσαν στεφάνι στο Μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη.
Την επόμενη χρονιά τα στρατεύματα κατοχής ήταν προετοιμασμένα και είχαν αποκλείσει το ίδιο Μνημείο. Αλλά αυτή τη φορά το πλήθος των διαδηλωτών ήταν πολύ μεγαλύτερο και, όταν προσπάθησαν να σπάσουν τον κλοιό για να καταθέσουν στεφάνι, δεν δίστασαν να πυροβολήσουν, χωρίς ωστόσο να καταφέρουν να διαλύσουν το πλήθος.

Από την επόμενη κιόλας χρονιά και όντας υπό Γερμανική κατοχή πια, οι Έλληνες είτε φανερά είτε κρυφά, γιόρταζαν ενωμένοι την μεγάλη νίκη επί των Ιταλών στην Ήπειρο.

 

 

Χαρακτηριστικό το απόσπασμα από το βιβλίο “ΧΡΟΝΙΚΟΝ 1940-1944, ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΗ ΜΕΙΟΔΟΣΙΑ” από τις προσωπικές σημειώσεις των δημοσιογράφων Αχιλλέως Κύρου και Αδ. Κύρου:

“Πενήντα ή εξήντα ανάπηροι, με τα πόδια ή τα χέρια κομμένα, άλλοι με τα καροτσάκια των και άλλοι με τις πατερίτσες των, ενεφανίσθησαν εμπρός εις το Μνημείον του Αγνώστου Στρατιώτου. Οι καραμπινιέροι, οι οποίοι εφρουρούσαν ακόμη εκεί, απεπειράθησαν εις την αρχήν να τους εμποδίσουν. Αλλ’ ήτο τόσον επιτακτική και περιφρονητική η χειρονομία, με την οποίαν οι επικεφαλής ανάπηροι τους διέταξαν -ναι, τους διέταξαν!- να παραμερίσουν, ώστε υπεχώρησαν και τους άφησαν να περάσουν. Οι ανάπηροι εσχημάτισαν ημικύκλιον γύρω από το Μνημείον και τρεις επροχώρησαν διά να καταθέσουν ένα απέριττον δάφνινον στέφανον.

Ο ένας εκ των τριών αναπήρων, που μόλις κατώρθωνε να βαδίση με τα “ξυλοπόδαρά” του, εστάθη εις προσοχήν και είπε:

“Νεκροί ήρωες, αδέλφια μας, Έχουμε πολλά να σας πούμε. Αλλά καταλαβαίνετε ότι, με τις σημερινές συνθήκες, αυτά που θέλουμε να σας πούμε δεν μπορούμε να τα πούμε δυνατά. Εσείς, όμως, δεν έχετε ανάγκη από φωνές και λόγια για να μας καταλάβετε… Ακούστε τι έχουμε να σας πούμε:…” Εδώ εσώπασε διά δύο λεπτά. Και μία νεκρική σιγή επεκράτησε κατά την συνταρακτικήν αυτήν σκηνήν. Έπειτα, κατέληξεν απλά: “Τώρα, σας είπαμε ό,τι θέλαμε να μάθετε. Είμαστε βέβαιοι, ότι μας νοιώσατε”.

Ποτέ άλλοτε δεν ελέχθησαν ωραιότερα λόγια ενώπιον του Εθνικού Μνημείου, από εκείνα που δεν ήκουσαν αυτιά θνητών το πρωινό της 29ης Οκτωβρίου του 1941″

 

Η 28η Οκτωβρίου στη συνείδηση του ελληνικού λαού είχε ήδη κατοχυρωθεί ως ημέρα που συμβόλιζε τον αγώνα κατά των κατακτητών, προτού η χώρα απελευθερωθεί και καθιερωθεί επίσημα ως εθνική επέτειος. Μπορεί στις δεκαετίες που ακολούθησαν η 28η Οκτωβρίου να μετατράπηκε σε πεδίο αντιπαράθεσης αναφορικά με το νόημα της επετείου (εορτάζουμε το «Οχι» του Μεταξά ή τον αγώνα του ελληνικού λαού κατά της ιταλικής εισβολής;), αλλά ποτέ δεν αμφισβητήθηκε η σημασία της ως επετείου.
Ωστόσο, γιατί εορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου και όχι τη 12η Οκτωβρίου, την ημέρα της απελευθέρωσης της Αθήνας, δηλαδή, και, συμβολικά, της χώρας;
Οσον αφορά τον ίδιο τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, μπορεί μεν να κατέδειξε την αυτοθυσία και τον ηρωισμό των Ελλήνων απέναντι στην επίθεση της φασιστικής Ιταλίας και να συνδέθηκε με σημαντικές νίκες του ελληνικού στρατού, αλλά τελικά δεν απέτρεψε την κατάκτηση της χώρας από τις δυνάμεις του Αξονα τον Απρίλιο του 1941.
Γιατί, λοιπόν, δεν εορτάζουμε το τέλος της Κατοχής, των τριάμισι χρόνων δηλαδή που σημαδεύτηκαν από την πείνα, τη βαρβαρότητα των ναζιστικών στρατευμάτων αλλά και την ανάπτυξη ενός από τα μαζικότερα και μαχητικότερα κινήματα αντίστασης στην κατεχόμενη Ευρώπη;
Η Ελλάδα, μια χώρα με διάφορες παραδοξότητες, πρωτοτυπεί, ούσα η μόνη που γιορτάζει την είσοδο στον πόλεμο και όχι το τέλος αυτού, στις 12 Οκτωβρίου 1944. Μονάχα τα τελευταία χρόνια βλέπουμε μια προσπάθεια να αποκτήσει και η 12η Οκτωβρίου μια μεγαλύτερη βαρύτητα με σειρά εκδηλώσεων, καθιστώντας τον δέκατο μήνα του έτους, μήνα μνήμης για αυτήν την ιδιαίτερα σκοτεινή περίοδο της ανθρωπότητας.
Ο λόγος είναι ότι μόλις σχεδόν δύο μήνες μετά την απελευθέρωση η Αθήνα μετατράπηκε σε πεδίο μιας βίαιης εμφύλιας σύγκρουσης.
Τα Δεκεμβριανά επισκίασαν την ευφορία της απελευθέρωσης και στην ουσία έκλεισαν έναν κύκλο εμφύλιων συγκρούσεων που είχαν ξεκινήσει στην κατεχόμενη Ελλάδα το 1943.
Εάν θεωρήσουμε ότι στόχος των εθνικών επετείων είναι να διαμορφώνουν και να ενισχύουν την εθνική ταυτότητα, τότε αντιλαμβανόμαστε γιατί επιλέχθηκε να εορτάζεται ένα γεγονός που συνδέεται με ηρωικές στιγμές παρά ένα άλλο που συνδέεται με εξελίξεις που διαίρεσαν την ελληνική κοινωνία.
Το ίδιο, εν μέρει, ισχύει και για μια άλλη επέτειο.
Η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες στην Ευρώπη που δεν εορτάζει την 8η Μαΐου, την ημερομηνία λήξης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ενώ σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες γίνονται επίσημες εκδηλώσεις και τελετές για τον εορτασμό της λήξης του πιο αιματηρού και καταστροφικού πολέμου στην ανθρώπινη ιστορία, στην Ελλάδα η ημέρα εκείνη περνά μάλλον απαρατήρητη.
Εάν επιστρέψουμε  σε εκείνη την εποχή, δηλαδή τον Μάιο του 1945, τότε θα διαπιστώσουμε ότι όταν η υπόλοιπη Ευρώπη πανηγύριζε, στην Ελλάδα επικρατούσε μια πολύ διαφορετική ατμόσφαιρα. Στην ύπαιθρο παραστρατιωτικές ομάδες είχαν ήδη εξαπολύσει ένα κύμα βίας και τρομοκρατίας κατά των μελών της εαμικής Αντίστασης, ενώ στην Αθήνα η κοινή γνώμη έμενε εμβρόντητη από τη σκανδαλώδη ευμένεια που επεδείκνυε η Δικαιοσύνη και ο αστικός πολιτικός κόσμος απέναντι στους «μεγάλους» δωσίλογους Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλο, Ράλλη κ.ά. Εκείνη την εποχή η Ελλάδα σταδιακά διολίσθαινε σε έναν νέο κύκλο πόλωσης, που οδήγησε τελικά στον εμφύλιο πόλεμο.
Ετσι, ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη η επέτειος της λήξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σηματοδοτούσε την αρχή μιας νέας εποχής ειρήνης και ανοικοδόμησης, δεν ίσχυε το ίδιο και για την Ελλάδα.
Εάν στην υπόλοιπη Ευρώπη ο πόλεμος είχε τελειώσει, στην Ελλάδα ένας νέος πόλεμος επρόκειτο σύντομα να ξεκινήσει.

 

Η 28η Οκτωβρίου 1940 αφορά αυτή την κοινή Ιστορία. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη ιστορική περίοδο που ξεκίνησε το 1939 και τελείωσε το 1945 και αποτελεί την κοινή κληρονομιά όλων εκείνων που αγωνίστηκαν κατά του φασισμού και του ναζισμού. Είναι καιρός να δούμε το παρελθόν μας ως κομμάτι της ευρύτερης ευρωπαϊκής Ιστορίας πέρα από τα διχοτομικά σχήματα «εμείς» και οι «άλλοι», και είναι αναγκαίο πλέον να δούμε την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου όχι ως ευκαιρία εθνικής αυτοεπιβεβαίωσης αλλά ως αφορμή για να ξανασκεφτούμε τι προκάλεσαν ο φασισμός και ο ναζισμός στη χώρα μας αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

 

Γιατί δεν γιορτάζουμε τη λήξη του πολέμου;

πηγή :https://www.tanea.gr/2012/10/25/opinions/mia-akomi-ethniki-mas-idiaiterotita/

 

 

 

%d bloggers like this: